Νάνα Μούσχουρη:”Δεν είμαι φολκλόρ, δεν είμαι η καρτ ποστάλ της Ελλάδας”

nana

Η Νάνα Μούσχουρη γιορτάζει με μια συναυλία στο Ηρώδειο και μιλώντας στο «ΒΗmagazino» ξεκαθαρίζει κάποια πράγματα.

«Στο παρελθόν ήλπιζα σε κάτι τρελό» γράφει ο κριτικός της
«France-Soir» τον Δεκέμβριο του 1973 για το ρεσιτάλ της στο Θέατρο των
Ηλύσιων Πεδίων. «Ότι θα δω την άψογη τουαλέτα της να σηκώνεται από ένα
παράλογο και ξαφνικό κύμα ανέμου, ότι κάτι θα συμβεί και αυτή η
συγκροτημένη και γεμάτη χάρη σιλουέτα θα εκτροχιαστεί, έστω για μια
στιγμή». Από κοντά η 80χρονη σήμερα ντίβα της ελαφριάς μουσικής, αυτό το
«logo vivant» (ζωντανός λογότυπος) με τα γυαλιά μυωπίας που δημιουργούν
ένα μείγμα απόστασης και οικειότητας, η διεθνής ρεκορντγούμαν των έξι
γλωσσών, των 3.000 τραγουδιών και των 300 εκατομμυρίων δίσκων (μόνο η
Μαντόνα την πλησιάζει σε πωλήσεις) είναι συγκροτημένη. Αλλά όχι
αδιαπέραστη.

Η φωνή της ταλαντώνεται όταν μιλάει για τον
Μάνο, για τον θυμό της με τον Μίκη, τους θαυμαστές της στην Αργεντινή,
στην Κορέα και στον Καναδά, αλλά και για τους εγχώριους εχθρούς της. Για
τον φόβο μήπως χάσει τη φωνή της, αλλά και για τη βραδιά που έχασε την
τελευταία παράσταση του Έλβις στο Hilton του Λας Βέγκας το 1976, επειδή ο
φίλος της ο Λιμπεράτσε την ήθελε στην πρεμιέρα του στο Caesars Palace:
«Έτσι δεν είδα ποτέ τον Έλβις!».

Στο σπίτι της στη Βουλιαγμένη
με τους λευκούς καναπέδες και τη θέα που κόβει την ανάσα, η διεθνής
Νάνα (που το 1959 τραγουδούσε «Βιολετέρα» στο «Τζάκι» της Ρηγίλλης)
μιλάει για όλα. Με αφορμή τη συναυλία που δίνει στις 14 Ιουλίου στο
Ηρώδειο (μέρος των εσόδων θα διατεθούν στον Σύλλογο Φίλων Παιδιών με
Καρκίνο «Ελπίδα»), η οποία αποτελεί κορύφωση της μεγάλης περιοδείας της
«Ηappy Birthday Tour» για τα 80ά της γενέθλια, μιλάει στο «BHmagazino»
ακόμη και για το τρακ που δεν έχει πάψει να την κατατρέχει, έπειτα από
55 χρόνια καλλιτεχνικής πορείας, κατά τη διάρκεια των οποίων τραγούδησε
από τζαζ και έντεχνο λαϊκό τραγούδι, μέχρι γαλλικό chanson και γκόσπελ.
«Ο Λιμπεράτσε μού είχε πει: “Darling, τα πρώτα 80 χρόνια είναι τα πιο
δύσκολα”».


Κυρία Μούσχουρη, άλλες ντίβες του τραγουδιού
δείχνουν δυναμικές επάνω στη σκηνή, αλλά αποδεικνύονται εξαιρετικά
εύθραυστες. Με εσάς νιώθει κανείς ότι παρά το «μυστήριο ενός αερικού»,
όπως έλεγε ο Γκάτσος, που εκπέμπετε, όταν τραγουδάτε είστε γρανιτένια..
.
«Δεν
είναι αλήθεια. Ως άνθρωπος είμαι πολύ εύθραυστη. Η σκηνή είναι ο μόνος
χώρος όπου νιώθω ελεύθερη, εκεί είμαι πιο “πραγματική”, δεν φοβάμαι. Στη
ζωή μου έχω φόβους. Και όταν σταμάτησα να τραγουδώ για πέντε χρόνια
(από το 2008 ως το 2013 που ξεκίνησα τη “Happy Birthday Tour”), πέρασα
μια φοβερή κατάθλιψη, ένιωθα ότι τίποτε πια δεν υπάρχει. Φοβόμουν τόσο
πολύ και να επιστρέψω. Στην Αργεντινή “αρρώστησε” η φωνή μου, ήταν κάτι
ψυχοσωματικό. Από την άλλη πλευρά ήταν λογικό να σταματήσω. Ήμουν πια 74
χρόνων. Είχα δει πέντε δεκαετίες αλλαγών στον κόσμο και στη μουσική.
Καταλάβαινα ότι εγώ δεν μπορώ πια να πάω πιο πέρα το τραγούδι, η νεολαία
θα το κάνει. Η αλήθεια είναι ότι είχα κουραστεί και από όλη αυτή την
ευθύνη. Αυτή την ευθύνη την έχω από μικρή. Απέναντι πρωτίστως στον κόσμο
που έρχεται να με ακούσει. Ξέρετε, ένα μικρό σφάλμα μπορεί να γίνει
πολύ μεγάλο επάνω στη σκηνή».


Πρόσφατα τραγουδήσατε α
καπέλα στην Ουτρέχτη το «Χάρτινο το φεγγαράκι». Σήμερα, στα 80 σας
χρόνια, φοβάστε την αναπόφευκτη φθορά της φωνής;

«Πάρα πολύ.
Όμως η φωνή γερνάει, όπως ακριβώς το πρόσωπο ή τα μαλλιά. Χάνει τη
φρεσκάδα της. Η δική μου έχει περάσει και αυτή πολλά, αλλά δεν έχω χάσει
τη σιγουριά μου, τραγουδώ στις ίδιες κλίμακες που τραγουδούσα νέα».

Η καριέρα σας, πράγματι, χτίστηκε επάνω σε μια περίεργη ακολουθία από δυσκολίες, απορρίψεις και λοξοδρομήσεις της τύχης.
«Έχω
περάσει δύσκολα. Κατοχή (θυμάμαι τα καμιόνια που μετέφεραν τους
πεθαμένους από την πείνα), φτώχεια, απορρίψεις (με απέβαλαν από το ωδείο
γιατί τραγουδούσα τζαζ σε κλαμπ). Έχει σημασία, όμως, στη ζωή το πώς
παίρνεις τα πράγματα. Πρέπει να δέχεσαι γενναιόδωρα και το καλό και το
κακό. Από πολύ νωρίς, άλλωστε, έμαθα ότι το κακό τελειώνει. Όπως και το
καλό. Πρέπει όμως να τα “φροντίζεις” και τα δύο. Όσο για τις
λοξοδρομήσεις της τύχης, η Τζένη, η αδελφή μου, τραγουδούσε πολύ πιο
όμορφα από εμένα».

Κάποτε είχατε πει ότι εκείνη έπρεπε να βρίσκεται αυτή τη στιγμή στη θέση σας.
«Ναι,
το πίστευα. Οι γονείς μου, όμως, δεν είχαν χρήματα για το ωδείο και
όταν η δασκάλα είπε: “Η μεγάλη έχει πιο καλή φωνή, αλλά αν σταματήσετε
τη μικρή θα κάνετε έγκλημα”, η Τζένη έκανε πίσω. Για πολύ καιρό με
βάραινε αυτό. Τόσο που, όταν έκανα την πρώτη μου επιτυχία, προσπαθούσα
να την πάρω μαζί μου και να την κάνω να τραγουδήσει. Εκείνη ωστόσο είχε
στο μεταξύ παντρευτεί, είχε επιλέξει να αφιερωθεί στην οικογένειά της. Η
δική μου φωνή δεν ήταν θείο δώρο. Αντιθέτως, είχα και πρόβλημα, η μία
χορδή μου ήταν πιο σκληρή. Ό,τι κατάφερα έγινε με σκληρή δουλειά».

Σε
πολύ νεαρή ηλικία βρεθήκατε στην «παρέα του Φλόκα», με την αφρόκρεμα
των διανοουμένων και καλλιτεχνών της εποχής: τον Μάνο Χατζιδάκι, τον
Γιάννη Τσαρούχη, τον Δημήτρη Χορν. Η σχέση σας με τον Χατζιδάκι ήταν
σχέση στοργής, αλλά και αρκετά συγκρουσιακή, έτσι δεν είναι;

«Ο
Μάνος ήταν πάντα ο πρώτος μου έρωτας στη μουσική, παρ’ ότι αγάπησα
πολλούς (Μισέλ Λεγκράν, Κουίνσι Τζόουνς, Χάρι Μπελαφόντε). Πήγαινα ήδη
στο ωδείο, αλλά ο Μάνος έμπαινε βαθιά στη μουσική, σε ένα μελαγχολικό
τραγούδι, ζητούσε να τον συγκινήσω μέχρι δακρύων, σε ένα χαρούμενο,
ήθελε να ξεφωνίσω μέχρι να σπάσω τις χορδές μου. Για εκείνον, πάλι, εγώ
ήμουν η φωνή του. Όταν, για παράδειγμα, έφυγε εκείνο το πρωί ξημερώματα
από του Φλόκα για να πάει να γράψει “Τα παιδιά του Πειραιά” για τη
Μελίνα, εμένα ήθελε δίπλα του για να το δοκιμάζει. Και όταν κατέφθασαν
λίγο αργότερα ο Ντασσέν με παλτό και παντόφλες και η Μελίνα (“Μάνο μου,
είναι υπέροχοοοο!”) κάθισα δίπλα της για να το μάθει. Αυτή είναι η
περηφάνια μου. Παρότι έχουν υπάρξει εξαίρετοι ερμηνευτές και
ερμηνεύτριες που είπαν τραγούδια του, δεν πιστεύω ότι μπόρεσε κανείς να
τραγουδήσει τον Μάνο Χατζιδάκι -εκτός, βέβαια, από τον ίδιο- όπως εγώ.
Δεν εννοώ φυσικά στη φωνή, αλλά στην ουσία του. Όταν κάναμε το 1988 τον
δίσκο “Οι μύθοι μιας γυναίκας”, ο Νίκος (σ.σ.: Γκάτσος) μού είπε: “Mου
κάνει εντύπωση πώς τόσα χρόνια μετά δεν έχεις χάσει την αντίληψη να
κάνεις αυτό που σου ζητάει”».

Με τη Μελίνα είχατε αντιζηλίες, εσείς, τα δύο δημιουργήματα του Μάνου;
«Ναι,
όπως και με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Εκείνος τη λάτρευε, ήταν η θεά του,
μου είχε πει: “Αν υπήρχε μια γυναίκα που θα παντρευόμουν, θα ήταν η
Μελίνα”. Ζήλευα, βέβαια, ήταν όμως μια αντιζηλία τρυφερή, όλες μας για
την προσοχή του Μάνου. Ήμασταν τελείως διαφορετικές. Κυρίως στο ότι
εκείνη ήταν σπουδαία σταρ σε όλα, ήταν πάντα η Μελίνα, δυναμική,
παθιασμένη, η αρχηγός, στη μουσική, στο σινεμά, όταν σου μιλούσε. Εγώ,
αντιθέτως, δεν είμαι η ίδια. Μόνο μέσα από τη μουσική μεταμορφώνομαι».


Στον Μάνο Χατζιδάκι, όμως, είπατε ένα ηχηρό «όχι», αυτό που τελικά πυροδότησε τη διεθνή σας καριέρα.

«Συνέβη
όταν μας κάλεσαν το 1960 στη Γερμανία με αφορμή το “Ελλάς, η χώρα των
ονείρων”, ένα γερμανικό ντοκιμαντέρ-ύμνο για την Ελλάδα, για το οποίο ο
Μάνος είχε γράψει τη μουσική. Εκείνος δεν ήθελε να πάει. Μου ζήτησε να
μην πάω κι εγώ. Και ο Μάνος, όταν ήθελε κάτι, απλώς έπρεπε να γίνει.
Ήταν η πρώτη φορά που δεν τον υπάκουσα. Αργότερα δεν συμφωνούσε απόλυτα
με τις διασκευές που γίνονταν στα τραγούδια του, ήθελε να τα λες όπως
ακριβώς τα έλεγε εκείνος. Δεν πρόδωσα ποτέ τα τραγούδια του Μάνου.
Πηγαίνοντας, όμως, έξω ήμουν υποχρεωμένη να δεχτώ όλες αυτές τις
πολιτισμικές επιρροές από διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρες, έτσι ώστε
να γίνουν τα τραγούδια πιο κατανοητά από απόψεως ρυθμού και ο κόσμος να
μπορέσει να με ακολουθήσει».

Είχατε φιλοδοξία, θέλατε να κατακτήσετε τον κόσμο;
«Όχι,
δεν είχα ποτέ φιλοδοξία. Η Μελίνα μπορεί να έλεγε: “Εγώ θα κάνω αυτό,
για να φτάσω εκεί”. Εγώ δεν το είπα ποτέ γιατί δεν πίστευα ότι μπορεί να
μου συμβεί».

Πιστεύατε, όμως, στον εαυτό σας;
«Πίστευα σε αυτό που τραγουδούσα. Δεν ήταν θέμα φωνητικών δυνατοτήτων. Πίστευα ότι τραγουδούσα ειλικρινά».

Αυτή η πίστη στον εαυτό σας δείχνει δύναμη.
«Μεγάλη
δύναμη, αναμφίβολα. Όταν μου πρότειναν να μείνω στη Γαλλία, είπα ότι
δεν είχα τίποτε να χάσω. Και ας μην υπήρχε ακόμη κάτι σίγουρο εκεί. Στην
Ελλάδα είχα γίνει γνωστή, αλλά δεν έβλεπα καμιά πρόοδο σε αυτά που
έκανα. Και ο λόγος για τον οποίο άρχισα να τραγουδάω άλλα είδη μουσικής
ήταν και για να προοδεύσω μουσικά αλλά και για να ανανεώνομαι χωρίς να
χάνω την ταυτότητά μου. Το πρώτο πράγμα που μου είπε ο Καραμανλής, τον
οποίο σεβόμουν βαθύτατα και υπεραγαπούσα, όταν κέρδισα το πρώτο βραβείο
με το “Κάπου υπάρχει η αγάπη μου” (1959) ήταν: “Από ‘δώ και πέρα δεν
πρέπει να φοβάσαι κανέναν. Όχι ότι δεν θα υπάρχει πάντα κάποιος που θα
πηγαίνει πιο μπροστά από σένα, έτσι είναι η ζωή. Εκείνο, όμως, που έχει
σημασία είναι εσύ να ξεπερνάς τον εαυτό σου και να αφήνεις τον κόσμο να
αποφασίζει”».

Δεν γίνεται να μη σας ρωτήσω και για έναν
άλλο μεγάλο: τον Μίκη Θεοδωράκη. Αλήθεια, οι σχέσεις σας που
διερράγησαν πριν από περίπου μισό… αιώνα αποκαταστάθηκαν ποτέ;

«Δεν
μπορώ να μισήσω ή να εμπλακώ σε άγριους καβγάδες, αλλά, ανθρώπινο
είναι, κάποιες φορές θυμώνω. Πληγώθηκα πολύ βαθιά με τον “Επιτάφιο”. Ο
Μίκης είχε μόλις γυρίσει, άγνωστος ακόμη τότε, από το Παρίσι όπου
σπούδαζε, και ο Μάνος, που ήταν ξετρελαμένος με τη μουσική του, έκανε
μια πολύ γενναιόδωρη χειρονομία: “Θα σου κάνω εγώ τον Επιτάφιο με την
τραγουδίστριά μου”. Το έκανε από θαυμασμό, αλλά και για να βοηθήσει τον
Μίκη. Καθόμασταν στο στούντιο όλοι μαζί, Ρίτσος, Μποσταντζόγλου, Μίκης
και Μάνος, και προχωρούσαμε μαθαίνοντας τα τραγούδια του “Επιταφίου” στο
πιάνο. Εγώ, μόλις 26 χρόνων τότε, θαμπωμένη από όλα αυτά που συνέβαιναν
γύρω μου, χωρίς όμως να έχω και πλήρη συναίσθηση του μεγαλείου αυτού
που ζούσα. Κάθε τόσο περνούσαν από το στούντιο ο Ελύτης, ο Χορν, ο
Μόραλης… Είχε στηθεί μια γιορτή για να φτιαχτεί αυτός ο “Επιτάφιος”.
Και στο έκτο τραγούδι, στο “Μέρα Μαγιού”, ο Μίκης δεν ήρθε. Ούτε και ο
Ρίτσος. Έπειτα από μέρες υπήρξε μια μεγάλη συνέντευξη του Μίκη, στην
οποία έλεγε ότι είχε στο μεταξύ ηχογραφήσει τον δίσκο με τον Γρηγόρη
Μπιθικώτση».

Υποθέτω ότι δεν του συγχωρέσατε ποτέ εκείνη τη δήλωση: «το κορίτσι του σαλονιού».
«Δεν
έχει σημασία αν τον συγχώρεσα ή όχι. Το βέβαιο είναι ότι από εκείνη τη
στιγμή έπαψα να τον θαυμάζω. Έτσι απλά. Δεν είναι ότι μισώ τα κορίτσια
του σαλονιού, αλλά δεν ήμουν κορίτσι του σαλονιού, δεν υπήρξα ποτέ. Με
πλήγωσε γιατί αν ο Μπιθικώτσης ήταν “το παλικάρι του κάμπου”, εγώ στην
ουσία ήμουν “το κορίτσι του κάμπου”, την καταγωγή μου δεν την έχω
ξεχάσει ποτέ. Δεν έκανα τίποτε στη ζωή μου για τα χρήματα ή την
επιτυχία. Ο,τι ήρθε σ’ εμένα, σας διαβεβαιώ, δεν το προκάλεσα. Εγώ
προτείνω το τραγούδι μου και, αν αρέσει στον κόσμο, το παίρνει. Και ήταν
σαν ο Μίκης να μου απαγόρευσε τότε να τραγουδήσω τη μουσική του, σαν να
έλεγε ότι το “σαλόνι” δεν έχει το δικαίωμα. Και όμως, ο ίδιος το
“σαλόνι” το επεδίωξε πολλές φορές στη ζωή του».

Σας προσάπτουν, όμως, ότι σε μια Ελλάδα που δοκιμαζόταν δεν στρατευτήκατε…
«Δεν
επωφελήθηκα από την κατάσταση στην Ελλάδα για να σηκώσω τη σημαία. Ό,τι
έκανα το έκανα χωρίς ο κόσμος να το ξέρει. Και πολλά που κάνω, ακόμη
και τώρα, δεν θέλω να τα ξέρει ο κόσμος, γιατί δεν θέλω να επηρεάζουν
την υπόστασή μου ως τραγουδίστρια. Πίστευα σε ορισμένους πολιτικούς όπως
ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αλλά δεν ήμουν ικανή να μην αγαπήσω ένα
τραγούδι επειδή είναι “αριστερό”. Είχα ζήσει τον Εμφύλιο και είχα δει
αδέλφια να χωρίζουν για ιδέες. Πίστευα πάντα ότι πρέπει να ανευρίσκεται
μια συναινετική λύση στο όνομα της ειρήνης, της ισότητας και της
ελευθερίας. Αλλά με σεβασμό. Και, πιστέψτε με, δεν μπορείς να μιλάς για
ελευθερία και να μπαίνεις στο κατώφλι του άλλου χωρίς σεβασμό. Δεν
μπορείς να διχάζεις το τραγούδι. Εγώ, όταν τραγουδώ, δεν σκέφτομαι την
Αριστερά ή τη Δεξιά, αλλά το τραγούδι. Το επιβεβαιώνουν αρχηγοί κρατών
σε πολλές χώρες του κόσμου που έχουν μεγαλώσει με τη μουσική μου».

Ο χρόνος, όμως, δεν απαλύνει τα παλιά τραύματα; Αν σας πρότεινε ο 88χρονος σήμερα Μίκης Θεοδωράκης να ηχογραφήσετε μαζί…
«Γιατί
να τραγουδήσω τώρα όταν δεν με θέλησε τότε; Άλλωστε, έπειτα από κάμποσο
καιρό, όταν εγώ είχα γίνει πολύ γνωστή στη Γαλλία και εκείνος είχε
μόλις απελευθερωθεί, συναντηθήκαμε τυχαία στο αεροδρόμιο. Χαιρετηθήκαμε,
βεβαίως, και εκείνος μου είπε: “Έχω κάτι τραγούδια που θα σου πήγαιναν
πολύ ωραία…”. Του απάντησα με κάθε ειλικρίνεια: “Μίκη, ξέχασέ το. Δεν
θέλησες κάποτε να τραγουδήσω τα τραγούδια σου, δεν με χρειάζεσαι ούτε
τώρα”».


Η καλλιτεχνική πορεία σας μοιάζει να ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με τη ζωή σας. Δεν είχε προσωπικό κόστος αυτό;

«Ήδη
από την εποχή της “παρέας του Φλόκα”, όταν ήμουν ακόμη ένα άβγαλτο
κορίτσι που έπαιρνε μορφή δίπλα στους “μεγάλους φίλους” μου, όπως τους
λέω, καταλάβαινα ότι δεν υπήρχε η γυναίκα. Είχε ταχθεί στην υπηρεσία της
μουσικής. Το τραγούδι είχε γίνει μια ασφάλεια για μένα. Αυτός, άλλωστε,
ήταν και ο λόγος που πήρα διαζύγιο από τον πρώτο μου σύζυγο (σ.σ.: τον
Γιώργο Πετσίλα. Σήμερα είναι παντρεμένη με τον εδώ και πέντε δεκαετίες
μουσικό παραγωγό της Αντρέ Σαπέλ). Αποφάσισα να χωρίσω την ημέρα που
εκείνος μου ζήτησε να γυρίσουμε στην Ελλάδα για να μεγαλώσουμε τα παιδιά
μας. Ήξερα ότι έτσι δεν θα μπορούσα να συνεχίσω να εξελίσσω την
τραγουδίστρια που είχα επιλέξει να είμαι».

Λίαν αντισυμβατική επιλογή για μια Ελληνίδα τη δεκαετία του ’70…

«Βέβαια.
Όταν γύρισα στο σπίτι, στα 40 μου και με δύο παιδιά, για να ανακοινώσω
την απόφασή μου, η μητέρα μου φώναξε: “Πώς θα βγω στη γειτονιά να πω ότι
χώρισες;…”».

Για τη Μαρία Κάλλας, που τόσο πολύ
θαυμάζατε, έχετε πει ότι η φωνή της έφθινε μετά τον καταστροφικό έρωτά
της για τον Ωνάση. Φοβηθήκατε τα προσωπικά πάθη που θα μπορούσαν να
ανακόψουν την καλλιτεχνική σας ορμή;

«Η Κάλλας άσκησε μεγάλη
επίδραση επάνω μου, ήταν το είδωλό μου. Θαύμαζα τη φωνή, αλλά και την
πειθαρχία που είχε στη ζωή της με το τραγούδι. Δεν μπορούσα, φυσικά, να
τη φτάσω, έλεγα όμως, αν έκανε εκείνη αυτό (π.χ. να διαλέγει για το
ρεπερτόριό της όπερες που δεν της ταίριαζαν), πρέπει και εγώ να το κάνω.
Και όταν θαυμάζεις κάποιον, φοβάσαι μήπως αυτό που του συνέβη συμβεί
και σε σένα. Για τη φωνή μου, ναι, φοβόμουν πολύ. Όταν αντιμετώπιζα
προσωπικές δυσκολίες, η φωνή μου με τιμωρούσε».

Δίνετε
την εντύπωση ότι σε αυτά τα 55 χρόνια καλλιτεχνικής πορείας είχατε μια
«my way» προσέγγιση, ήσασταν αποφασισμένη να ακολουθήσετε μια
προδιαγεγραμμένη τροχιά, στην οποία τίποτε δεν μπορούσε να σταθεί
εμπόδιο…

«Ακριβώς, τίποτε. Ούτε ο εαυτός μου. Δεν ήταν μόνο η δική μου ευχαρίστηση. Έπρεπε να εκπληρώσω το δρόμο που είχα επιλέξει».
Στο
Ηρώδειο θα είναι μαζί σας και η κόρη σας, η 44χρονη Λενού,
τραγουδοποιός και τραγουδίστρια… Ως μητέρα ήσασταν επαρκής έχοντας
ζήσει με τη βαλίτσα στο χέρι;
«Έχετε δίκιο, κανείς δεν έχει
ταξιδέψει περισσότερο από μένα! Ως τα επτά τους χρόνια έπαιρνα τα παιδιά
μαζί μου. Μετά είχα τη μεγάλη τύχη να βρω τη Φερνάντ, μια συνομήλική
μου Ελβετίδα που αφοσιώθηκε για 25 χρόνια, ως τον θάνατό της, στον
Νικολά (σ.σ.: ο 46χρονος σήμερα γιος της) και στη Λενού. Είχαμε μια
μικρή οικογένεια, με εμένα να φεύγω και να ξαναγυρίζω. Σίγουρα τα παιδιά
μου τα “θυσίασα” κάποιες στιγμές, κυρίως όταν ήταν μεγαλύτερα. Μια
εποχή δεν καταλάβαινα ότι έπρεπε να είμαι περισσότερο κοντά τους».

Η
Ελλάδα πάντα ήταν καχύποπτη μαζί σας, ακόμη και όταν αποποιηθήκατε τη
σύνταξη της ευρωβουλευτού. Τελευταίο κρούσμα οι επιθέσεις που δεχτήκατε
για τις «ανθελληνικές» δηλώσεις σας. Πώς το εξηγείτε ότι γίνατε
παγκόσμια, αλλά ποτέ εθνική (όπως η Μελίνα, ο Μάνος, η Αλίκη, ο Μίκης);

«Δεν
έχω βρει την απάντηση. Ουδείς προφήτης στον τόπο του. Ο κόσμος εδώ
πιστεύει πως όταν φύγεις από την Ελλάδα και πάψεις να τραγουδάς
αποκλειστικά ελληνικά τραγούδια, χάνεις την ελληνικότητά σου. Θυμάμαι
και τις επιθέσεις που είχε δεχτεί η Κάλλας στα νιάτα της. Αυτό που μπορώ
με βεβαιότητα να σας πω είναι πως όταν με βλέπουν έξω, βλέπουν τη χώρα
μας. Εδώ, αντιθέτως, όχι».

Σας κατηγορούν, πάντως, εδώ και χρόνια, ότι μιλάτε τα ελληνικά με έντονο γαλλικό αξάν…
«Ναι,
αλλά και στη Γαλλία έχω αξάν, γιατί είμαι Ελληνίδα. Και στη Γερμανία
έχω αξάν, γιατί μιλάω εγγλέζικα. Παντού έχω αξάν. Από μικρή είχα εκτεθεί
σε αυτή την πολυγλωσσία, από τότε που έβλεπα ταινίες στο σινεμά Πρωτέας
στο Κουκάκι, όπου ο πατέρας μου ήταν μηχανικός προβολής ταινιών. Αλλά
κυρίως μέσω της μουσικής. Πιστέψτε με, το μεγαλύτερο ταλέντο που είχα
στη ζωή μου ήταν ότι γεννήθηκα με τη διάθεση να μαθαίνω και να ακούω
σωστά. Μου άρεσε π.χ. η αμερικανική τζαζ, οπότε τα εγγλέζικα ήταν η
πρώτη ξένη γλώσσα που με “πλησίασε”. Ύστερα στο ωδείο με τις όπερες.
Θέλεις να “μπεις” μέσα σε αυτό που λες, είτε αυτό είναι όπερα είτε είναι
ελαφρό τραγούδι, πρέπει να μάθεις την κάθε γλώσσα, να εξοικειωθείς με
το συναίσθημά της. Θυμάμαι όταν πρωτοπήγα στη Γερμανία, έτρεμα τον ήχο
της γλώσσας, την είχα συνδέσει με την Κατοχή. Ήμουν πάντα περήφανη για
τη χώρα μου, αλλά θεωρούσα σωστό σε κάθε χώρα όπου έκανα επιτυχία να
μπορώ να μιλάω τη γλώσσα της. Και για να μπορώ να επιβάλλομαι. Όταν
βρέθηκα στο Ευρωκοινοβούλιο, μιλούσα στον καθένα στη γλώσσα του. Αλλά το
σημαντικό δεν είναι αυτό. Το σημαντικό είναι ότι ο τρόπος ζωής μου
είναι ελληνικός, ότι η ευθύνη που έχω είναι ελληνική. Γι’ αυτό οι ξένοι
με βλέπουν σαν Ελληνίδα. Αυτό, όμως, δεν το παραδέχονται οι Έλληνες,
γιατί εδώ υπάρχει μια συγκεκριμένη νοοτροπία που εγώ έχω χάσει».

Ποια νοοτροπία εννοείτε;
«Αυτό
που διαπίστωσα ήδη από τότε, το 1960, όταν πήγα πρώτη φορά στο
εξωτερικό: ότι νομίζουμε πως όλος ο κόσμος μάς εχθρεύεται, το πρώτο και
κύριο σφάλμα των Ελλήνων».

Σας προσάπτουν, μεταξύ
άλλων, ότι είστε μια καρτ ποστάλ της Ελλάδας, ότι όλα αυτά τα χρόνια
περιφέρετε ανά τον κόσμο μια ενοχλητική, για τους ίδιους τους Έλληνες,
φολκλόρ εκδοχή της.

«Ποτέ δεν έκανα φολκλόρ τη χώρα μας.
Μισώ το τεχνητό “Made in Greece”. Γιατί εγώ είμαι πραγματική Ελληνίδα,
φτιαγμένη στην Ελλάδα, και μισώ τον τρόπο και την ευκολία με την οποία
μπαίνει η ταμπέλα “Greek”. Δεν είμαι καρτ ποστάλ. Το μόνο πράγμα που
ήθελα πάντα είναι να γνωρίσει ο κόσμος την Ελλάδα που εγώ γνώρισα και
έζησα. Εμένα δεν μου λείπει τίποτε από εκείνη την Ελλάδα, γιατί τη
βλέπω, σήμερα, στα 80 μου χρόνια, πάντα με τον ίδιο τρόπο. Οι Έλληνες
δεν μπορούν να δουν την Ελλάδα που βλέπω εγώ. Αυτή την Ελλάδα, που λέτε
ότι δίνω στους ξένους, την έχω μάθει κοντά στους “μεγάλους φίλους” μου,
τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Νίκο Γκάτσο, την έχω ζήσει και την τραγουδάω.
Χωρίς, μάλιστα, να έχω ποτέ την παραμικρή βοήθεια από το ελληνικό
κράτος. Σας διαβεβαιώ, είμαι περισσότερο Ελληνίδα από αυτούς που με
κατηγορούν. Με πληγώνει αφάνταστα όταν οποιοσδήποτε μπορεί να στείλει
έναν δημοσιογράφο έξω από το σπίτι μου στη Γενεύη να μου πάρει
συνέντευξη, γιατί είπαν την ανοησία ότι υποστηρίζω τη Μέρκελ.
Καταλαβαίνετε πόσο με πνίγει αυτό; Ας ρωτήσουν τους Έλληνες που ζουν στη
Γερμανία τι λένε για μένα. Και όποιος επιμένει να στρέφεται εναντίον
μου, ας πάει να κάνει αυτό που έχω κάνει για τη χώρα μας ως τώρα. Και
που ελπίζω να συνεχίσω να κάνω όσο ζω».

Πηγή: Νέος Κόσμος

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.